k

k

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Διάλογος με τ'άστρα



Περπατάγαν νωχελικά στη μέση του δρόμου. Βήματα βαριά, ανάσες λαχανιασμένες με πρόσωπα σκυθρωπά.Κρατιούνταν από τα χείλη ο ένας του άλλου, από τις λέξεις που θα ψιθύριζαν τα στόματά τους. Ήταν νέοι και φοβόντουσαν τις λέξεις, όπως τον κόσμο εκεί έξω.
Κάτι βάραινε τις αθώες ψυχές τους. Ήταν νύχτα άλλωστε, και το βράδυ οι λέξεις βγαίνουν από το στόμα πιο άγριες. Βαρύγδουπες εξφενδονίζονται και προσκρούουν στο αυτί, σαν δυνατά χαστούκια στο πρόσωπο. Και σε ξυπνάνε από ύπνο βαθύ, όπως ένας τρομερός εφιάλτης.
  "Δεν είμαι αρκετός" είπε. "Νιώθω ατελής και αυτό με τρελαίνει". Το κορίτσι τον κοίταξε προσεκτικά στα μάτια. Ξεφύσηξε διώχνοντας τον αέρα από το στήθος της μαζί και το βάρος που το πλάκωνε σθεναρά. Σταύρωσε τα χέρια της με αμηχανία και του είπε: "Αυτό που σε τρελαίνει είναι ότι  δεν μπορείς να είσαι  τέλειος''. Μα άνοιξε τα μάτια σου, δες τον εαυτό σου στον καθρέφτη και δες μπροστά σου τι έχεις. Έναν άνθρωπο. Και οι άνθρωποι γεννήθηκαν μέσα στο λάθος. Είμαστε φτιαγμένοι ατελείς, είμαστε γεννημένοι να σφάλουμε και να υστερούμε,πώς γίνεται να μην το βλέπεις;''          
  ‘'Για εσένα θα ήθελα να είμαι τέλειος'' ψέλισε ο άνδρας και κατηύθυνε το βλέμμα στον ουρανό. ''Κάνεις λάθος.Κοίταξε τα άστρα..Να βλέπεις εκεί, αυτό το άστρο; Αυτός είναι ο Ωρίωνας. Κοίταξε πόσο όμορφο είναι..Το φως του γεμίζει το μαύρο του ουρανού. Αν δεν υπήρχε ο Ωρίωνας, ο ουρανός δεν θα ήταν πλήρης, κάτι μοναδικό θα έλειπε από το φόντο του, ένα ολόκληρο αστέρι. Και το σφάλμα του  Ωρίωνα τον έκανε  αστερισμό. Ο μύθος λέει πως η Γη τον τιμώρησε, γιατί κόμπαζε πως κανένα ζώο δεν ξέφευγε από τα βέλη του.''
 Στο πρόσωπο του άνδρα χαράχτηκε ένα μειδίαμα λέγοντας: ΄’Και τί θες να μου πεις με αυτό;»  ''Τα λάθη μπορούν να φωτίσουν ουρανούς''  απάντησε η κοπέλα.
Το βράδυ δεν ακούστηκαν άλλες λέξεις ανάμεσά τους .Σιωπή. Τα λόγια ήταν πλέον περιττά και ανούσια. Αρκούνταν να ακούν τους ήχους του ανέμου να χαιδεύει τα φύλλα , τους γρύλλους να τραγουδούν αδιάκοπα  και παράλληλα  να βλέπουν τα αστέρια και να σκέφτονται την ατελείωτη τελειότητα του ουρανού.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης-Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

Ημερολογιακά Αποστάγματα~Είμαστε δυό

Είμαι εγώ.Και ανάμεσα στον εαυτό μου κάπου κρυμμένος βρίσκεσαι εσύ.Σαν ένα μικρό πετραδάκι τρύπωσες ανάμεσα στις σχισμές της καρδιάς μου και δεν λες να φύγεις.Μα όλο μεγαλώνεις και γίνεσαι ένα με το σώμα μου.
Διχάζομαι ανάμεσα σε δύο υπάρξεις.Και όταν πρέπει το είναι μου να βγάλει φωνή και να μιλήσει, φοβάται μήπως σε πληγώσει.Δύο φωνές ορίζουν την ύπαρξή μου και κάπου νιώθω οτι σκίζομαι στα δύο, σαν άσπρο χαρτί νιώθω να σκίζομαι στα δύο.Δες φταις εσύ.
Μα πρέπει να μιλήσω,πρέπει να φωνάξω,πρέπει να υπάρξω.... Τα χαρτιά δεν πρέπει να σκίζονται τόσο εύκολα.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Ημερολογιακά Αποστάγματα-Μετρώντας τις μέρες



Κυλούν οι μέρες, όταν δεν τις μετράς. Και εγώ έπαψα να τις μετρώ. Έπαψα να υπολογίζω τους ανθρώπους, γιατί έχει χάσει την αξία του το μέτρημα, όταν οι άνθρωποι χάνονται. Σταμάτησα να πιστεύω στους ανθρώπους, διότι η πίστη έγινε μια ανόητη ουτοπία. Γι’ αυτό πορεύομαι μόνη. Τουλάχιστον η μοναξιά προσφέρει μια ασφαλή απροσωπία.. Έχω μέσα μου μια έντονη  άρνηση να βαφτίζω ''φιλία'' δεσμούς  που σαν φύλλα στροβιλίζονται στο κενό. Ξέρεις, είναι άδικο να βουτάς τις λέξεις μέσα σε βάλτους από ψέματα. Ξέρεις, είναι κουραστικό να μετράς μέρες σπαταλημένες, κόκκους άμμου, όταν αναζητάς να ανοιχτείς σε ωκεανούς απέραντα αμέτρητους. 

Στον Σ.



Kαθως τα ματια  εφαπτονται στα δικα σου,
 βυθιζομαι αμαχητί στο βλεμμα σου,
με την καρδια  ερωτα να ξεχειλιζει.

Καθώς τα μάτια αγγίζουν τον παλμό σου.
Ο  χρόνος αυτόματα παύει να γυρνά
μεστωμένα πια τα χείλη από τα φιλιά.

Ξέρεις,
Έχεις τη δύναμη να γαληνεύεις όλες
τις τρικυμίες της μαυρης μου σκιάς,
καθώς βυθιζεται η ματια
στα διαφανα νερα
 της απέραντης ψυχης
 σου.