k

k

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Θαλασσα~Kωνσταντίνος Καρυωτάκης






Όμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο 
θανάσιμο πάθος δε θα γαληνέψουν


Τα σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ασημένια
στο μολυβένιον ουρανό
σαν τα χτυπά του ήλιου το φως· σαν τα χτυπά ο αγέρας
φεύγουνε πίσω απ’ το βουνό.




Κι είναι θερίο η θάλασσα. Το παρδαλό της χρώμα
δίνει της —μπλάβο εκεί μακριά,
πιο δώθε ανοιχτοπράσινο κι ακόμα δώθε γκρίζο—
κάποια παράξενη θωριά.


Τα κύματα τα πράσινα, τα γκρίζα και τα μπλάβα,    
  πέρα, απ’ του πέλαου τα φαρδιά,
τα φέρνει ρήγας ο βοριάς, μπατσίζουνε τα βράχια,
μπατσίζουνε την αμμουδιά.



Τις βάρκες, τις ψαρόβαρκες ο φόβος κυβερνήτης
μες στο λιμάνι τις κρατεί·
μα η σκέψη μου όλο σέρνεται στα γαλανά τα πλάτια
μ’ ένα χρυσόνειρο δετή.



Σα γλάρος μαυροφτέρουγος πετά η ψυχή μου, σμίγει
με την ψυχούλα του νερού
και τηνε πάει ο άνεμος και τηνε πάει το κύμα
κι είναι παιχνίδι του καιρού.
                                                                    

Κι ενώ πονώ τον πόνο σου και πάω προς το βυθό 
σου 
και χάνομαι με τον αφρό,
ύστερα,στο γαλήνεμα.με την ηλιακή χαρά σου,
θάλασσα δεν θαν τη χαρώ

~

Κωνσταντίνος Καρυωτάκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου