δίχως τις λέξεις,
δίχως τα νοήματα,
ο άνθρωπος γίνεται περιττή μονάδα ανάμεσα σε άρτιους αριθμούς
κι ο κόσμος ανυπολόγιστα
χαμένος.
(κρατήσου από τις λέξεις)
I.
το χαμόγελό
σου είδα και φώτισες
τα σκοτάδια μου.
II.
στο χαμόγελό
σου διάβασα τότε τα
III.
ήξερα από την
αρχή πως θα σε
ερωτευόμουν.
IV.
την ανατολή
είδαμε μέσα από
τα ίδια μάτια.
V.
μάτια κόκκινα
σαν τ' ουρανού το χρώμα,
της αγάπης φως.
H αγάπη είναι μία άρρητη συμφωνία
μεταξύ δύο αγνώστων.
Δεν θα τη βρεις τα φωτεινά πρωινά.
Στα ανείπωτα βλέμματα είναι κρυμμένη.
Σαν το κύμα έρχεται και
φιλάει το σώμα
το στεγνό.
H αγάπη μέσα από κλειδαρότρυπες φέγγει,
θέλει καθαρή ματιά να την κοιτάξεις,
θέλει ανοιχτή αγκαλιά να της δώσεις,
τότε ίσως τη γνωρίσεις αληθινά.
Τελικά, η αγάπη είναι μία άρρητη συμφωνία
μεταξύ δύο αγνώστων, που
η φωνή τους γίνεται
μία.
Τα λόγια σου θα κρατήσω για να σε θυμάμαι:
Μου είχες πει να ζω, να μην αφήσω τη ζωή να φύγει.
Εσύ, νομίζω, την έζησες.
Τώρα είσαι πια ελεύθερος.
Τα μάτια σου ένας ήλιος φωτεινός
που δύει…
Ξέχασες πια ποια είσαι και ποια είμαι,
ενώ φεύγεις για το ταξίδι το μακρινό.
«Μονάχοι ερχόμαστε στον κόσμο και μονάχοι φεύγουμε»,
μα αυτό που αφήνουμε πίσω έχει μονάχα αξία
κι η αγάπη σου τιμαλφή ανεκτίμητα.
Όταν στα μάτια σου ο ήλιος δύσει,
η θύμησή σου θα είναι πάντα ζωντανή,
με το κεφάλι σου χρυσά στεφανωμένο
να μου χαμογελάς...
Στα λόγια σου στερεύει πια η αγάπη,
κι εγώ διψώ για λέξεις...
Λέξεις όχι αδειανές,
τις προτάσεις σου μόνο να γεμίζουν,
Λέξεις εκ της καρδιάς ορμώμενες
ικανές στην ψυχή μου να ηχήσουν.
Ήταν μόνη της. Με κοίταξε με ένα βλέμμα απελπισίας και ένα μειδίαμα ευγένειας ζητώντας τη βοήθειά μου. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να της αρνηθώ. "Δεν έχω χρήματα". Μα στα χέρια μου κρατούσα πενήντα λεπτά. Λίγα χρήματα. Για εκείνη ίσως ήταν αρκετά. Έστρεψα το βλέμμα πίσω στο δρόμο, ήταν ακόμα εκεί. Έστεκε μόνη. "Αυτά έχω, ελπίζω να σας βοηθήσουν". Το μειδίαμα δεν χάθηκε, μόλο που τα λόγια της έτρεμαν, καθώς τα πρόφερε. "Έχω μεγάλη ανάγκη." Κι εγώ είχα ανάγκη... Να αισθανθώ άνθρωπος.