k

k
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

A Drinking Song

                                                             By William Butler Yeats
Wine comes in at the mouth
And love comes in at the eye;
That’s all we shall know for truth
Before we grow old and die.
I lift the glass to my mouth,
I look at you, and I sigh.

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Jorge Luis Borges - You learn

The poverty of yesterday was less squalid than the poverty we purchase with our industry today.
Fortunes were smaller then as well.
(The Elderly Lady)


After a while you learn the subtle difference
Between holding a hand and chaining a soul,
And you learn that love doesn’t mean leaning
And company doesn’t mean security.

And you begin to learn that kisses aren’t contracts
And presents aren’t promises,
And you begin to accept your defeats
With your head up and your eyes open

With the grace of a woman, not the grief of a child,
And you learn to build all your roads on today
Because tomorrow’s ground is too uncertain for plans
And futures have a way of falling down in mid-flight.

After a while you learn…
That even sunshine burns if you get too much.
So you plant your garden and decorate your own soul,
Instead of waiting for someone to bring you flowers.

And you learn that you really can endure…
That you really are strong
And you really do have worth…
And you learn and learn…

With every good-bye you learn

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης-Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Γ.Σεφέρης-Αφήγηση

Αφήγηση

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας *κανείς δεν ξέρει να πει γιατίκάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπεςσαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο5στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.
Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τουςατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκεςπου γερνούνε δύσκολααυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες10σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνεςκαι δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.
Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζειδρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γηςμηχανή μιας απέραντης οδύνης15που κατάντησε να μην έχει σημασία.
Άλλοι τον άκουσαν να μιλάμοναχό καθώς περνούσεγια σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνιαγια σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες20που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς.Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνοεικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνουπρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή.
Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος και ήσυχος25μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένασαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένοξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτεσαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει30και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκωτίποτε που να μην το συνηθίσατε·προσκυνώ.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

"Γαλήνη"-Ηλίας Βενέζης

"-Θαρώ..Θαρώ πως κυνηγάτε χίμαιρες...,λέει ο νέος χαμηλώνοντας τα μάτια.Τούτες οι βέργες και τα τριαντάφυλλα...
 Τ'άλλα τ'αγαθά μάτια τον κοιτάζουν,τώρα,καταπρόσωπο.
-Όχι αυτό,όχι μόνο αυτό παιδί μου,είπε ήρεμα.Δεν είναι μόνο για τις βέργες και τα τριαντάφυλλα..
Κι έπειτα σε λίγο:
-Για τη γαλήνη,είπε σιγά.
Εκεί είναι ο σκοπός.Ο τελευταίος.Γι'αυτό τυραννεί το σώμα του.
-Όμως,πιστεύω,μουρμούρισε πάλι σε λόγο.Κι αν είναι αυτό η χίμαιρα...
Η γαλήνη!Μες στην ησυχία και μες στην ταραχή,στο νερό που ηρεμεί ενώ γίνεται σύννεφο,στα σύννεφα που χτυπιούνται την ώρα της θύελλας γυρεύοντας να ρίξουν το νερό και να ησυχάσουν,στα πάθη των ανθρώπων που παλεύουν και αγωνίζουνται,στους ανθρώπους που πάσχουν γιατί δεν τους προορίστηκε ν ακάμουν τίποτα,στα κορμιά που μάχουνται για τον έρωτα,στ'άστρα που κατρακυλούν τη νύχτα και πέφτουν,στη γη που γυρίζει,στα όνειρα και στα έργα,σ'όλα η αναζήτηση της ισορροπίας που χάθηκε,η αδιάκοπη ανασύνθεση
-Και τυραννώ το σώμα μου και πιστεύω...,είπε πάλι ο Δημήτρης Βένης."

  Από το βιβλίο του Ηλία Βενέζη Γαλήνη.Ένα βιβλίο ιδιαίτερα ελκυστικό και στον τρόπο γραφής,αλλά ιδιαίτερα στη ροή της αφήγησης.Κεντρική ιδέα η δύναμη του  ανθρώπου πάντα να ελπίζει,πάντα να κάνει όνειρα,ακόμη και αν η μοίρα του έχει στερήσει την πίστη στο όνειρο,όπως στους διωγμένους πρόσφυγες της Μ.Ασίας που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο.Δίχως το όνειρο ο χαρακτήρας Δημήτρης Βένης αισθάνεται πως δε θα βρει ποτέ τη γαλήνη,τον ποθητό σκοπό για τη τελμάτωση του ανθρώπου.
  Ωστόσο,στο τέλος του έργου διακρίνεται μια έντονη ειρωνεία και έντονη αντίθεση.Όσοι χαρακτήρες πίστεψαν σε ονείρατα και δεν δίστασαν να διεκδικήσουν την ελπίδα στην ουτοπία τους,έφτασαν τόσο κοντά σε αυτή ,μα η μοίρα τους επεφύλασσε τραγική κατάληξη.Το τέλος τους τραγικό,όπως τραγικών ηρώων,εκεί όπου η άγνοια εντείνει την τραγικότητα.Έτσι συμβαίνει με την Άννα,και τον Δημήτρη Βένη,καθώς και με τον χαρακτήρα της Ελένης.
 Μάλιστα,όσοι κυριολεκτικά ονειρεύτηκαν,το όνειρο τους έκλεισε,τους αιχμαλώτησε μέσα τους.Το όνειρο ήταν ο προάγγελος του τέλους τους.
   Το βιβλίο με κέρδισε από την αρχή,αφήνοντας μια πικρή γεύση μελαγχολίας στο τέλος του.Ίσως η πίστη στη χίμαιρα,η ονειροπόληση και η ελπίδα να καθιστά τον άνθρωπο εύκολο θύμα της Μοίρας..Ή καλύτερα θύμα στη δίνη της πραγματικότητας,του σκληρού και άτεγκτου τιμωρού του ανέλπιστου.Η σκληρή πραγματικότητα σκοτώνει τελικά το όνειρο.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Το παράπονο

Αναρωτιέμαι μερικές φορές:
Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά, πως η ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα.
Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές.
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. 

Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. 
Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.
Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
 Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου.
Κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή.
Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ.
Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα 'ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει

~Οδυσσέας Ελύτης~

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Εγκώμιο στη διαλεκτική



Τo άδικο  προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.
Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι από τους καταπιεσμένους λένε τώρα πολλοί:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.
***
Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δεν μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε  οι κυρίαρχοι να πούνε
θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντιβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

«Εγκώμιο στη διαλεκτική»

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;
                                                                                                                      ~Mανόλης Αναγνωστάκης~

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

.....πάλι


Πάλι σε συγχωρώ
πάλι σε ονειρεύτηκα
αύριο πάλι αύριο
θα σου το ξαναπώ
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο
όχι να καταλάβεις.
                                                                                      Κική Δημούλα              

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Aπόσπασμα απο το βιβλίο:''Μεγάλη Χίμαιρα''του Μ.Καραγάτση




'''Είμαι κουρασμένη,κουρασμένη,κουρασμένη.Ω θεέ μου!Πόσο κουρασμένη είμαι!Ω θεέ μου!Πώς με πονούν τα μάτια!''Έκλεισε τα μάτια,μην μπορώντας να υποφέρει το λυμφατικό φως της χειμωνιάτικης αυγής.''Δεν υπάρχει τίποτα,όλα χάθηκαν.Είμαι πάλι μόνη,μόνη,μόνη.Μόνη απέναντι στο πέλαγο,στη χαραυγή και τον άνεμο.Ω θεέ μου!Δεν μπορώ να το θυμάμαι αυτό.Δεν βαστώ να το θυμάμαι.Κάνε να λυτρωθούν τα μάτια μου από αυτό που τα παιδεύει.''

Μπόρεσε κι αναστέναξε.Τα μισάνοιχτα χείλια της έτρεμαν,τα μάτια της έμεναν κλειστά με πέισμα,μη θέλοντας ν'ανοίξουν το δρόμο στα δάκρυα που ανέβαιναν,που πλημμύριζαν.
''Όχι,όχι.Δεν θα γίνει αυτό.Δεν υπάρχει λόγος να γίνει.''
Στύλωσε το κορμί της θεληματικά,δάγκωσε τα χείλη της με λύσσα.''Όχι,όχι!''Και μεμιάς η θέληση έσπασε.Οι ώμοι κύρτωσαν,το κεφάλι έπεσε αδύναμο,προς τα μπρος,κι απ'τα κλειστά βλέφαρα τα δάκρυα κύλησαν στο κουρασμένο,στο βασανισμένο πρόσωπο.




Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Μικρή Πραγματεία...Τάσος Λειβαδίτης


Ποτέ δεν θα μάθεις τι ήσουν για μένα κι ας ήσουν ένας ήλιος στο δρόμο μου
Ποτέ δεν θα μάθεις πως ήσουν το τραγούδι μου κι ας τραγουδούσα μόνο για σένα
Ποτέ δεν θα μάθεις ότι πίσω από τα δάκρυα μου κρυβόταν η ελπίδα κι ότι εσύ ήσουν το δάκρυ μου,
 μια άφθαστη ελπίδα, η ηλιαχτίδα στην καταιγίδα της ζωής μου

Δεν θα το μάθεις

Μπορεί να ήσουν ό,τι πιο όμορφο αγάπησα,μα θα κρύψω τα λόγια μου πίσω απ'τα χείλη και δεν θα 
το μάθεις

Κι αν οι λέξεις, χωρίς να το θέλω ξεφύγουν, θα τις ψιθυρίσω τόσο σιγά που δεν θα τις ακούσεις

Θα ξέρεις πως για μένα ήσουν μια απλή γνωριμία κι ας ήσουν για μένα η ζωή μου
Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι'αυτή τη σκιά που μας ακολουθεί μες στην ομίχλη,αλλά μου είναι
απαγορευμένο να πω το τέλος μιας ιστορίας που δεν άρχισε ποτέ...

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Φωνές




                                              ΦΩΝΕΣ-Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ


Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει. 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Κ. Δημουλά : Μια ψυχή,μια μοναχική διήγηση.




Πὼς ἤσουνα ἐχθρός μου, δὲν τὸ ἤξερες οἱ λέξεις σου τὸ εἶπαν.
Σ᾿ ἐκεῖνες πούλησε ὁ ἔρωτας τὸ σεισμό του κι ἦρθε στὴ ἐπιφάνεια ὅτι δὲ μ᾿ ἀγαποῦσες..
**
Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει -ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.
**
Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε εἶναι ἡ ἀπουσία μας.
**
Κική Δημουλά
πηγή:http://xaoskeno.blogspot.gr/

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012



He was still too young to know that the heart's memory eliminates the bad and magnifies the good, and that thanks to this artifice we manage to endure the burden of the past.” 
― Gabriel Garcí­a Márquez, Love in the Time of Cholera

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Ἀναστολη

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.
Χριστιανόπουλος

Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

«Ζήσαμε πάντοτε αλλού
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί». 

Τ.Λειβαδίτης



Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Ἐπικίνδυνη Μοναξιά-Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,

ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.

Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με
».

καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

μια νυχτα..



Αποσπασμα απο το διηγημα Μια νυχτα του Αντωνη Σαμαρακη




[...]Oλοι ελεγαν πως αγαπουσε την μοναξια..Αυτο που του συνεβαινε δεν ητανε πως αγαπουσε την μοναξια.Ισα,ισα μισουσε τη μοναξια!Ηθελε να ειναι κοντα σοτυς ανθρωπους διπλα τους,να σκυψει πανω στην αγωνια τους να κανει το χρεος του στους βασανισμενους ανθρωπους του καιρου του.Μα ητανε κατι που τον εμποδιζε.

Ειχε σκεφτει πανω στη ζωη.Γυρευε να δει την αληθεια.Το αληθινο προσωπο της ζωης.Και ειδε!Μα τοτε ανακαλυψε πως ειχε μεινει μονος.Ειχε μπει στην περιοχη μιας εσωτερικης μοναξιας.Ηθελε να βγει απο την μοναξια του,τη μισουσε.Δεν εχουμε το δικαιωμα,σκεφτοτανε,να μενουμε μονοι στον καιρο που ζουμε.Οι ανθρωποι μας
περιμενουν,μας αναζητανε!Και να δεν μπορουμε να τους κανουμε ευτυχισμενους,μπορουμε ωστοσο να τους ανοιξουμε την καρδια μας και να τους πουμε πως αυτη η ζωη δεν μας αφηνει να ησυχασουμε,πως ειμαστε κοντα τους,διπλα τους,μετοχοι και εμεις στην κοινη αγωνια..

[...]Προχωρουσε μονος του εκεινη την νυχτα και σκεφτοτανε ποσο πολυ ηθελε να ανοιξει την καρδια του!Αν μπορουσε να προσευχηθει,αν πιστευε σε κατι περα απο τα ανθρωπινα,θα ζητουσε αυτο μοναχα,να μπορεσει να ανοιξει την καρδια του.Ενα κυμα ειχε στο στηθος του.Τον πιεζε.Ζητουσε διεξοδο.

Καθως προχωρουσε,ειδε στην γωνια μα σκια.Σταματησε επιτοπου.Ηταν εκει ενας ανθρωπος,ακινητος και τον κοιταζε.Πηγε κοντα στον αγνωστο που ητανε ολομοναχος σαν και αυτον.Τον ενιωσε κοντα του,πολυ κοντα του,το κυμα στο στηθος του πιεζε,πιεζε,κατι εσπασε μεσα του,τελος λτρωθηκε και ανοιξε την καρδια του σε αυτον τον αγνωστο,που ποιος ξερει ποια παιδικα χερια τον ειχανε στησει εκει,ανοιξε την καρδια του σε αυτον τον χιονανθρωπο.