k

k

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

του ονείρου το μειδίαμα

Κάποτε ένα όνειρο είχες μες την ψυχή.
Ήταν βαμμένη στα χρώματά του.

Στον χρόνο ξεθώριασε.
και τώρα  νιώθεις πως τ'ονειρο σου 
ήταν ένας σκισμένος χαρταετός
ανίκανος να πεταξει.
 
 Ήταν ένας κόκκος άμμου,
ενώ ήταν δικός σου ολόκληρος ο βυθός





                                                                                ~

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

μια σκέψη.

Αναπόφευκτο  
την ψυχή 
αισθήσεις πρωτόγνωρες 
να μην αγγίξουν.

Σ'αυτόν τον κόσμο,
μου 'μάθαν,
επιβιώνει 
ο ανάλγητος,
ο ασυγκίνητος,
ο ''δυνατός''.

Σ'αυτον τον κόσμο,
συλλογιέμαι,
ζει αληθινά
εκείνος που δείχνει  
λυγισμένος,
λαβωμένος.

Γιατί 
άτρωτος δεν γεννήθηκε κανείς,
μονάχα πληγωμένος.

Κι αν δεν νιώσεις στα στήθια σου φωτιά,
το σώμα χτυπημένο 
τότε νεκρός 
σπατάλησες
τη χαμένη σου ζωή.


~

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Το παράπονο

Αναρωτιέμαι μερικές φορές:
Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά, πως η ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα.
Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές.
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου. 

Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. 
Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.
Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
 Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου.
Κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή.
Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ.
Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει όσο κι αν το κυνηγά πάντα, πάντα θα 'ναι αργά δεύτερη ζωή δεν έχει

~Οδυσσέας Ελύτης~

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

δειλινό.


Πως πέρασε ο χρόνος,το είδα
κλείνοντας τα μάτια
εκείνο το δειλινό,
όταν βυθιζόταν ο ήλιος
και μαζί οι ψευδαισθήσεις. 

Καθισμένη στα βράχια 
 μπροστά μου τα κύματα
λικνίζονταν ρυθμικά 
κι ο νους έτρεχε στο παρελθόν.

Πως πέρασε ο χρόνος,το ένιωσα
κλείνοντας τα μάτια
νιώθοντας ένα ρίγος
 καθώς ο αέρας ανέμιζε τα 
μπερδεμένα μαλλιά,
καθώς ανέμιζε 
τις καλά φυλαγμένες εικόνες 
μιας χαμένης εποχής.

                     
                        
                                                                                 ~

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Εγκώμιο στη διαλεκτική



Τo άδικο  προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.
Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυρίαρχων
και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι από τους καταπιεσμένους λένε τώρα πολλοί:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.
***
Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δεν μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε  οι κυρίαρχοι να πούνε
θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντιβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

«Εγκώμιο στη διαλεκτική»

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;
                                                                                                                      ~Mανόλης Αναγνωστάκης~

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

.....πάλι


Πάλι σε συγχωρώ
πάλι σε ονειρεύτηκα
αύριο πάλι αύριο
θα σου το ξαναπώ
πάλι θα μου ζητήσεις
λογική εξήγηση
πάλι θα σου απαντήσω ότι
να αντέξεις είναι το ζητούμενο
όχι να καταλάβεις.
                                                                                      Κική Δημούλα              

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Οὓς δ᾽ ἔχρῃζεν οὐ γνωσοίατο.


ὁθούνεκ᾽ οὐκ ὄψοιντό νιν
οὔθ᾽ οἷ᾽ ἔπασχεν οὔθ᾽ ὁποῖ᾽ ἔδρα κακά,
ἀλλ᾽ ἐν σκότῳ τὸ λοιπὸν οὓς μὲν οὐκ ἔδει
ὀψοίαθ᾽, οὓς δ᾽ ἔχρῃζεν οὐ γνωσοίατο.
Οιδίπους Τύρρανος



Να κλείσω τα μάτια.
Με δάκρυα 
το ψέμα να ξεπλύνω.

Τα μάτια τη μορφή σου να μην ξανανταμώσουν,
γιατί την κρυμμένη της βδελυγμία
ποτέ δεν την αντίκρισαν

Να κλείσω τα μάτια.
Στην μαύρη άβυσσο 
να χαθώ και να ξεχάσω.


Γιατί στο σκοτάδι το φως της αλήθειας ξεπροβάλλει,
΄όταν η ευμορφία της ψυχής 
σα φάρος φωτεινός
 τον όρμο της ανυποκρισίας  
φανερώνει. 










Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Στους δρόμους




Βήματα αργά σε δρόμους μιας πόλης νεκρής. Τα μάτια παρατηρούν άγνωστα, θολά πρόσωπα. Ανώνυμοι άνθρωποι με το βλέμμα σκυμμένο στο έδαφος, χαμένοι στη δίνη των προβλημάτων τους, περπατούν με γρήγορο βηματισμό. Ταχεία βήματα σε μια πόλη χωρίς ρυθμό και παλμό. Και κάτι μέσα μου με έπνιγε, καθώς ένιωθα ξένη σε μια πλατεία από απανθρωποποιημένες, κουρδισμένες κούκλες. 

Ξαφνικά, παραδίπλα μου συνάντησα έναν μικρό μουσικό που προσπαθούσε να γεμίσει το χώρο με ήχους απο ένα παλιό ακορντεόν με τη συντροφιά ενός αδέσποτου σκυλίσιου φίλου του. Τον κοιτώ και χαμογελά πονηρά περιμένοντας την ανταμοιβή του. Λίγα κέρματα ικανοποιούν την επιθυμία του να γεμίσει το σκουριασμένο και άδειο κεσεδάκι του.

Προχωρώ και κάθομαι στο απέναντι παγκάκι, ακούγοντας μελωδίες που με παρασύρουν σε όμορφες αναμνήσεις που βρίσκονταν ξεχασμένες στο πίσω μέρος του μυαλού. Απεναντί μου ο μικρός μουσικός συνεχίζει το ίδιο χαμογελαστός να αγγίζει με τα μικρά και ταλαιπωρημένα του δάχτυλα τα πλήκτρα του ακορντεόν και παράλληλα ευαισθητα σημεία της ψυχής μου. Αναμεσά μας ρέει ένα ρεύμα απο ανέκφραστους και μηχονοποιημένους ανθρώπους που τρέχουν βιαστικοί...


Μετά απο λίγα λεπτά σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και ακολούθησε δυνατη καταιγίδα. Σταγόνες νερού χύθηκαν στους δρόμους που συνοδεύτηκαν απο αστραπές. Τότε η πλατεία άδειασε. Μονοι, εγώ,το αγόρι,το σκυλί και το ακορντεόν σε μια πόλη που απέκτησε ρυθμο και παλμό. Και το αγόρι βρεγμένο συνέχιζε, υπέρμαχο της μουσικής του, να ζωντανεύει αυτή την πόλη, ενώ το νερό καθάριζε τους δρόμους.

Χάιδεψα τα βρεγμένα μαλλιά του μικρού αγοριού και συνέχιζα να περπατώ με ένα χαμόγελο πιο πλατύ απο ποτέ στους δρόμους μιας πόλης, στην οποία κάτι είχε αλλάξει...