k

k

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

το σήμερα

αντίχειρες επιδέξιοι 
πλήκτρα ν' αγγίζουν,
μα ψυχές ανήμπορες
το άγγιγμα να νιώσουν.


Για την Κατερίνα.

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα 
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα 
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει 
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

στα χέρια

Στα χέρια μου
κρατώ 
ένα μολύβι.
Ώρες ατέλειωτες
το κοιτώ 
δίχως μια λέξη 
να τυπώσω.
  
Είναι στιγμές που 
ξεχνώ ότι κρατώ
έναν καινούριο κόσμο.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Θυμάμαι

Θυμάμαι τις μέρες εκείνες
τις αξημέρωτες
που δάκρυα έχυνα 
                  για να σε δω.

Είχα την ψευδαίσθηση
πως άξιζε να σ' αγαπώ,
την παραίσθηση
πως μπορούσες ν' αγαπήσεις.

Μα σαν τα μάτια της λογικής άνοιξαν,   
στάχτες στην ψυχή σου 
μονάχα βρήκα.

Τότε, θυμάμαι το βράδυ εκείνο
το τελευταίο,
ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε πια 
                          μόνο το κενό στο στήθος,
θυμάμαι.

Τότε, επιτέλους, ξημέρωσε.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Μια πρόταση

Είμαστε δύο λέξεις
άναρχα γραμμένες
στο άδειο χαρτί. 

Ποτέ δεν γίναμε πρόταση.
Εγώ γράφω "αγαπώ"
κι εσύ "αρνούμαι''.

πώς στην ίδια πρόταση να ανταμώσει
την  άρνηση η αγάπη; 




Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Για τους περαστικούς


Ανοίγω την πόρτα.
Ο δρόμος αδειανός.
Απλώνω το βήμα στο πεζοδρόμιο.
                                                               Τρέχω.
 Ασθμαίνοντας περπατώ.
                                                               Προσέχω.
Δε  θέλω να τους δω.
Πρέπει τους περαστικούς να         αποφεύγω.


Είναι που 
                                                       φοβάμαι.
Φοβάμαι την πεζή τους ύπαρξη. 


Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Όναρ

΄  Ύπνος βαθύς. Άνοιξα λίγο τα μάτια. Κοιμόσουν πλάι μου ήρεμος και γαλήνιος. Θα 'πρεπε να πέρασαν δύο τρεις ακόμη ώρες ύπνου σαν άνοιξα πάλι τα βλέφαρα και αντίκρισα τα γαλάζια σου μάτια να με χαζεύουν. Σου χαμογέλασα. Κοιταζόμασταν σιωπηλοί και τα μάτια μιλούσαν μόνα τους. Άκουγα λέξεις που δεν είχαμε ποτέ προφέρει, δυνατά αισθήματα μέσα σε πυρωμένα βλέμματα. Δάκρυα σβήναν τη φωτιά, καθώς στο μυαλό ηχούσαν οι αρχαίοι στίχοι: "Ἄν  το ἥμισυ ἑαυτῶν ζητῶσιν οὕτοι ἐρῶσιν".

  Άπλωσα το χέρι να σ' αγγίξω, μα χάθηκες, εξαφανίστηκες μεμιάς. Τότε ξύπνησα, σηκώθηκα απότομα και σ' έψαχνα δίπλα μου. Το κρεβάτι άδειο, το μυαλό γεμάτο όνειρα. Η μνήμη  ό,τι ποτίστηκε, αναπόφευκτα ξεβράζει σαν ταραγμένη θάλασσα. 

Κι εγώ ως ναυαγός, μονάχα επιπλέω.  

στις 4 Αυγούστου

Που να είσαι τώρα. Που γυρνάς απόψε αναρωτιέμαι. Το σπίτι είναι άδειο. Οι δρόμοι ήσυχοι τον Αύγουστο. Ανοίγω τη μουσική. Στέκομαι στο παράθυρο πλάι και χαζεύω το απέναντι οικόπεδο. "Κατεδαφιστέον" γράφει. Και οι μπουλντόζες έχουν κατακτήσει το αδειανό οικόπεδο. Βγαίνω έξω. Τα τριαντάφυλλα στον κήπο τόσο όμορφα.Μα η θέα των κίτρινων οχημάτων απέναντι με γεμίζει στεναχώρια. Μου θυμίζει εσένα. Εμένα. Εμάς. Το πόσο εύκολα διαλύθηκε το σαθρό μας οικοδόμημα, αυτό της μεταξύ μας αγάπης. Στέκομαι σιωπηλή και περιμένω. Τί περιμένω αλήθεια; Έχει νόημα να σε περιμένω; Να γκρεμίσω τη μνήμη ή τα τριαντάφυλλα να συνεχίσω να κοιτώ;Μίλα μου.΄Πες μου δυο λέξεις. Περιμένω εδώ βουβή. Απεγνωσμένη ν'ακούσω μέσα στη σιωπή έστω τη φωνή σου. Μπαίνω πάλι μέσα στο σπίτι. Κλείνω τις κουρτίνες. Δεν βλέπω πια το τοπίο αυτό. Που είσαι τώρα αναρωτιέμαι. Που να γυρνάς πάλι; Η μουσική σπάει τη σιωπή. Κι εσύ ακόμη να φανείς....